navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ξ › ξεσχίζω και ξεσκίζω

ξεσχίζω

Και: ξεσκίζω

ρ. [μετβ.]

  1. κομματιάζω, κουρελιάζω
  2. κατασπαράζω
  3. γρατσουνίζω
  4. (παθ. φ.) ξεσχίζομαι, α) υπερβάλλω εαυτόν, β) κουράζομαι.

Ετυμολογία

< ξε- [πρόθημα] + σχίζω.

Παράγωγα

ξέσκισμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξεσχίζω και ξεσκίζω», σ. 591. https://navalhistory.gr/lexiko/ξεσχιζω-και-ξεσκιζω/