ξελασκάρω
ρ.
- [μετβ.] χαλαρώνω το δέσιμο κάποιου πράγματος, μποσικάρω, ξεσφίγγω
- [αμετβ.] σταματώ να είμαι σε ένταση.
Ετυμολογία
< ξε- [πρόθημα] + λασκάρω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξελασκάρω», σσ. 589-590. https://navalhistory.gr/lexiko/ξελασκαρω/