navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ξ › ξελασκάρω

ξελασκάρω

ρ.

  1. [μετβ.] χαλαρώνω το δέσιμο κάποιου πράγματος, μποσικάρω, ξεσφίγγω
  2. [αμετβ.] σταματώ να είμαι σε ένταση.

Ετυμολογία

< ξε- [πρόθημα] + λασκάρω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξελασκάρω», σσ. 589-590. https://navalhistory.gr/lexiko/ξελασκαρω/