ξαρμυρίζω
Και: ξαρμυραίνω
ρ. [μετβ.]
αφαιρώ την αλμύρα από κάποιο τρόφιμο, συνών. εξαλμίζω.
Ετυμολογία
< ξ(ε)- + αρμυρός + -ίζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξαρμυρίζω και ξαρμυραίνω», σ. 588. https://navalhistory.gr/lexiko/ξαρμυριζω-και-ξαρμυραινω/