ντιζελοκίνητος
-η, -ο, επίθ.
αυτός που κινείται με πετρελαιοκίνητη μηχανή [ντιζελοκινητήρας] που καίει ντίζελ.
Ετυμολογία
< ντίζελ + - ο- + -κίνητος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ντιζελοκίνητος», σ. 584. https://navalhistory.gr/lexiko/ντιζελοκινητοσ/