νοτιά
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- ο νότιος θερμός και υγρός άνεμος, συνών. νοτιάς, όστρια, αντών. βορράς, πουνέντες
- (συνεκδ.) α) η υγρασία που μεταφέρει ο νότιος άνεμος, β) (γενικότ.) καιρός υγρός και βροχερός που προκαλείται από νότιο άνεμο.
Ετυμολογία
< αρχ. νοτία [= υγρότητα, υγρασία], ουσιαστικοποιημένο θηλ. του επιθ. νότιος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νοτιά», σ. 581. https://navalhistory.gr/lexiko/νοτια/