νεφελοειδής
-ής, -ές, επίθ.
(μετεωρ.) α) αυτός που μοιάζει με σύννεφο, β) αυτός που είναι γεμάτος σύννεφα, (φρ.) «νεφελοειδής αστέρας», δηλ. νεφέλωμα.
Ετυμολογία
< νεφέλ(η) -ο- + [αρχ.] εἶδος [= 1. μορφή, 2. ιδιαίτερη κατάσταση των πραγμάτων ή πορεία] < εἴδω [= 1. βλέπω, διακρίνω, 2. κοιτάζω, προσβλέπω, ατενίζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νεφελοειδής», σ. 573. https://navalhistory.gr/lexiko/νεφελοειδησ/