navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μπαχάρι

μπαχάρι

το, ουσ. [γεν. μπαχαριού, -ιών]

  1. (μαγειρ.) α) μαύρο πιπέρι, β) κάθε αρωματικό άρτυμα
  2. (μετεωρ.) θαλασσινή ελαφριά αύρα.

Ετυμολογία

< τουρκ. bahar < αραβικής ή περσικής προέλευσης.

Παράγωγα

μπαχαρίζω, μπαχαρικό.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπαχάρι», σ. 546. https://navalhistory.gr/lexiko/μπαχαρι/