μοχλός
ο, ουσ.
- ξύλινη ή μεταλλική ράβδος που χρησιμοποιείται για την ανύψωση ή την μετακίνηση μεγάλων φορτίων, συνών. μπάρα
- (φυσ.) άκαμπτο αντικείμενο, συνήθως ράβδος [ερμ. 1.], σε συνδυασμό με κάποιο υπομόχλιο, δηλ. ένα σταθερό σημείο, μπορεί να λειτουργεί ως απλή αυτοσχέδια χρηστική μηχανή για να πολλαπλασιάζει τη δύναμη που ασκείται σε μια αντίσταση
- (φρ.) «μοχλός αλλαγής ταχύτητας / αερίων / αντιστροφής κινήσεως / εκκίνησης / ασφαλείας / εμπλοκής / ευθυντήριος / κρατήσεως / λήψεως αέρα / οπλίσεως / πυροδότησης / αντλίας / βαλβίδας / ευστάθειας / ζεύξεως / μετάδοσης κίνησης / χειρισμών»,
- (μτφ.) κάθε παράγοντας που προκαλεί δράση ή κίνηση.
Ετυμολογία
< αρχ. μοχλός.
Σύνθετα
μοχλοβραχίονας.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μοχλός», σ. 538. https://navalhistory.gr/lexiko/μοχλοσ/