navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μοχλός

μοχλός

ο, ουσ.

  1. ξύλινη ή μεταλλική ράβδος που χρησιμοποιείται για την ανύψωση ή την μετακίνηση μεγάλων φορτίων, συνών. μπάρα
  2. (φυσ.) άκαμπτο αντικείμενο, συνήθως ράβδος [ερμ. 1.], σε συνδυασμό με κάποιο υπομόχλιο, δηλ. ένα σταθερό σημείο, μπορεί να λειτουργεί ως απλή αυτοσχέδια χρηστική μηχανή για να πολλαπλασιάζει τη δύναμη που ασκείται σε μια αντίσταση
  3. (φρ.) «μοχλός αλλαγής ταχύτητας / αερίων / αντιστροφής κινήσεως / εκκίνησης / ασφαλείας / εμπλοκής / ευθυντήριος / κρατήσεως / λήψεως αέρα / οπλίσεως / πυροδότησης / αντλίας / βαλβίδας / ευστάθειας / ζεύξεως / μετάδοσης κίνησης / χειρισμών»,
  4. (μτφ.) κάθε παράγοντας που προκαλεί δράση ή κίνηση.

Ετυμολογία

< αρχ. μοχλός.

Σύνθετα

μοχλοβραχίονας.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μοχλός», σ. 538. https://navalhistory.gr/lexiko/μοχλοσ/