μπελ
το, άκλ. ουσ.

(φυσ.) μονάδα μέτρησης της έντασης του ήχου [B], που αντιστοιχεί σε 10 ντεσιμπέλ [dB].
Ετυμολογία
< γαλλ. bel, από το όνομα του Αμερικανού φυσικού *Alexander Graham Bell. ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ: Αλεξάντερ Γκράχαμ Μπελ, 1847–1922, Σκωτσέζος επιστήμονας, εφευρέτης και μηχανικός, θεωρείται εφευρέτης του τηλεφώνου, του γραμμοφώνου, του υδροπτέρυγου, του κώδικα επικοινωνίας κωφαλάλων και πολλών άλλων πρωτοποριακών μελετών και εργασιών.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπελ», σ. 546. https://navalhistory.gr/lexiko/μπελ/