μονοπώλιο
το, ουσ.
- (οικον.) α) το δικαίωμα που έχει κάποια εταιρεία, επιχείρηση ή δημόσια υπηρεσία αλλά και οργανισμός για την αποκλειστική διάθεση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών, συνών. ολιγοπώλιο, β) η οικονομική εκείνη επιχείρηση, εταιρεία κ.λπ. που ασκεί ένα μονοπώλιο, (φρ.) «ελληνικό / κρατικό / μονοπώλιο»,
- (μτφ.) η αποκλειστικότητα σε κάτι.
Ετυμολογία
< αρχ. μονοπώλιον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μονοπώλιο», σ. 533. https://navalhistory.gr/lexiko/μονοπωλιο/