navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αμετάβλητος

αμετάβλητος

-η, -ο, επίθ.

αυτός που δεν έχει διαφοροποιηθεί, που δεν έχει αλλάξει μορφή, συνών. αναλλοίωτος, απαράλλακτος.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀμετάβλητος, -ον, < ἀ- [στερητ.] + μεταβλητός < μεταβάλλω.

Επιρρήματα

αμετάβλητα [επίρρ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμετάβλητος», σ. 71. https://navalhistory.gr/lexiko/αμεταβλητοσ/