μακροβούτι
το, ουσ.
βουτιά και στη συνέχεια κολύμβηση από κάποιο άτομο, κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας ή της λίμνης ή του ποταμού, κατάδυση.
Ετυμολογία
< μακρό(ς) + βουτ(ώ) -ι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μακροβούτι», σ. 497. https://navalhistory.gr/lexiko/μακροβουτι/