ιμάντας
ο, ουσ.
- ταινία, από δέρμα ή άλλο υλικό, για διάφορες χρήσεις, λουρί, [στρατ.] αορτήρας [ενν. του όπλου]
- (τεχν.) κυκλική ταινία, από συνθετικό συνήθως υλικό ενισχυμένη με ίνες, που χρησιμοποιείται σε μοτέρ για περιστροφική κίνηση του άξονα, (φρ.) «ιμάντας ασφαλείας / χρονισμού / μεταφοράς / κίνησης / ανύψωσης / φόρτωσης / ρυμούλκησης / πρόσδεσης / ελαστικός».
Ετυμολογία
< αρχ. ἱμάς, αιτ. -άντα.
Σύνθετα
ιμαντοκίνητος, ιμαντοφόρος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιμάντας», σ. 367. https://navalhistory.gr/lexiko/ιμαντασ/