λαπίνα
η, ουσ.
(ιχθυολ.) ψάρι με πολύ ζωντανά χρώματα στα οποία κυριαρχεί το πράσινο και το ασημί, λέγεται και χειλού [λόγω των φουσκωμένων χειλιών της] ή χειλούτσα ή λάμπαινα, τριγυρνά στους βράχους και είναι πολύ εύκολο για να ψαρευτεί.
Ετυμολογία
< αγνώστου ετύμου
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λαπίνα», σ. 476. https://navalhistory.gr/lexiko/λαπινα/