navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λιμεναρχία

λιμεναρχία

η, ουσ. [χωρίς πληθ.]

(στρατ.)

  1. το αξίωμα και το έργο που επιτελεί ο λιμενάρχης
  2. (συνεκδ.) το χρονικό διάστημα που διάγει κάποιος ως κάτοχος του αξιώματος.

Ετυμολογία

< λιμεναρχ(ώ) + -ία.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λιμεναρχία», σ. 484. https://navalhistory.gr/lexiko/λιμεναρχια/