λασπερός
-ή, -ό, επίθ.
αυτός που είναι γεμάτος λάσπη, λασπώδης, αντών. ξηρός, στεγνός.
Ετυμολογία
< λάσπη [δες λ. ετυμ.].
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λασπερός», σ. 476. https://navalhistory.gr/lexiko/λασπεροσ/