navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ξ › ξηρός

ξηρός

-ά, -ό, επίθ.

  1. αυτός που δεν έχει υγρασία, στεγνός, ξερός
  2. [για τόπους] άνυδρος, αυχμηρός
  3. [για καρπούς] ο αποξηραμένος.

Ετυμολογία

< αρχ. ξηρός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξηρός», σ. 592. https://navalhistory.gr/lexiko/ξηροσ/