μπόσικος
-η, -ο, επίθ.
- χαλαρός, αυτός που δεν είναι τεντωμένος, συνών. λασκαρισμένος, λάσκος, ασταθής, αντών. τεζαρισμένος
- (μτφ.) ελαφρόμυαλος, επιπόλαιος
- αυτός που δεν είναι ασφαλής, ανασφαλής
- αυτός που δεν έχει την προσοχή του τεταμένη
- αυτός που δεν είναι καλά προσαρμοσμένος, π.χ. «η βίδα είναι μπόσικη»,
- (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα μπόσικα, τα πλάγια χαλαρά μέρη της κοιλιακής χώρας, συνών. τα λαγαρά
- (έκφρ.) «κρατάω τα μπόσικα», α) διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις, β) κρατώ σκοπιά, φυλάω τσίλιες, υποστηρίζω τα νώτα.
Ετυμολογία
< τουρκ. boş [= 1. αδειανός, άδειος, κενός, 2. ελεύθερος, διαθέσιμος, 3. άνεργος, 4. [μτφ.] άχρηστος, 5. [μτφ.] αμόρφωτος, 6. [μτφ.] άγονος, 7. [μτφ.] άνευ σημασίας] + κατάλ. -ικός.
Παράγωγα
μποσικάδα, μποσ(ι)κάρω, μποσ(ι)κάρισμα, μποσικιά.
Επιρρήματα
μπόσικα [π.χ. φέρθηκες πολύ μπόσικα] [επίρρ.].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπόσικος», σ. 550. https://navalhistory.gr/lexiko/μποσικοσ/