navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μπόσικος

μπόσικος

-η, -ο, επίθ.

  1. χαλαρός, αυτός που δεν είναι τεντωμένος, συνών. λασκαρισμένος, λάσκος, ασταθής, αντών. τεζαρισμένος
  2. (μτφ.) ελαφρόμυαλος, επιπόλαιος
  3. αυτός που δεν είναι ασφαλής, ανασφαλής
  4. αυτός που δεν έχει την προσοχή του τεταμένη
  5. αυτός που δεν είναι καλά προσαρμοσμένος, π.χ. «η βίδα είναι μπόσικη»,
  6. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα μπόσικα, τα πλάγια χαλαρά μέρη της κοιλιακής χώρας, συνών. τα λαγαρά
  7. (έκφρ.) «κρατάω τα μπόσικα», α) διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις, β) κρατώ σκοπιά, φυλάω τσίλιες, υποστηρίζω τα νώτα.

Ετυμολογία

< τουρκ. boş [= 1. αδειανός, άδειος, κενός, 2. ελεύθερος, διαθέσιμος, 3. άνεργος, 4. [μτφ.] άχρηστος, 5. [μτφ.] αμόρφωτος, 6. [μτφ.] άγονος, 7. [μτφ.] άνευ σημασίας] + κατάλ. -ικός.

Παράγωγα

μποσικάδα, μποσ(ι)κάρω, μποσ(ι)κάρισμα, μποσικιά.

Επιρρήματα

μπόσικα [π.χ. φέρθηκες πολύ μπόσικα] [επίρρ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπόσικος», σ. 550. https://navalhistory.gr/lexiko/μποσικοσ/