λαδικό
το, ουσ.
- [δες λαδερό 1η και 2η ερμ. λαδερό]
- (μτφ.) κουτσομπόλα γυναίκα, φλύαρη και φιλοκατήγορη.
Ετυμολογία
< λάδ(ι) + [κατάλ.] -ικό.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λαδικό», σ. 472. https://navalhistory.gr/lexiko/λαδικο/