λαβράκι
το, ουσ.

- (ιχθυολ.) είδος ψαριού που ζει στις ελληνικές θάλασσες και αναπαράγεται εύκολα στους ιχθυογεννητικούς σταθμούς, η επιστ. του ονομ.: Dicentrarchus labrax [διώνυμο], το σύνηθες μήκος του σώματός του 40 έως 65 εκ. και βάρος μέχρι 5 κιλά, το χρώμα του ασημί και στο μέρος της κοιλιάς λευκό
- (μτφ.) ξαφνική επιτυχία, σπουδαία είδηση.
Ετυμολογία
< μτγν. λαβράκιον, υποκ. του αρχ. λάβραξ < επίθ. λάβρος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λαβράκι», σ. 471. https://navalhistory.gr/lexiko/λαβρακι/