navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λαβράκι

λαβράκι

το, ουσ.

λαβράκι, εικόνα από το έντυπο
  1. (ιχθυολ.) είδος ψαριού που ζει στις ελληνικές θάλασσες και αναπαράγεται εύκολα στους ιχθυογεννητικούς σταθμούς, η επιστ. του ονομ.: Dicentrarchus labrax [διώνυμο], το σύνηθες μήκος του σώματός του 40 έως 65 εκ. και βάρος μέχρι 5 κιλά, το χρώμα του ασημί και στο μέρος της κοιλιάς λευκό
  2. (μτφ.) ξαφνική επιτυχία, σπουδαία είδηση.

Ετυμολογία

< μτγν. λαβράκιον, υποκ. του αρχ. λάβραξ < επίθ. λάβρος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λαβράκι», σ. 471. https://navalhistory.gr/lexiko/λαβρακι/