navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λάγηνος

λάγηνος

ο, και λάγυνος, η, ουσ.

  1. (ηλεκτρολ.) είδος ηλεκτρικού πυκνωτή
  2. (αρχ.) είδος μέτρου χωρητικότητας 12 κοτυλών [κοτύλη = μικρό αγγείο που χρησιμοποιούνταν ως μέτρο για τα υγρά χωρητικότητας 6 κυάθων - κύαθος = κύπελλο για την άντληση κρασιού από τον κρατήρα ή τη γαβάθα].

Ετυμολογία

αβέβαιης ετυμολογίας, ίσως δάνεια λ. από τον χεττιτ. τ. labanni [= μπουκάλι], τη λ. δανείστηκε η λατιν. με τη μορφή lagena < αρχ. λάγυνος [η], ετυμ. που δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό της ως αντιδάνειο.

Παράγωγα

λαγηνάς, λαγηνάτος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λάγηνος», σ. 471. https://navalhistory.gr/lexiko/λαγηνοσ/