λάγηνος
ο, και λάγυνος, η, ουσ.
- (ηλεκτρολ.) είδος ηλεκτρικού πυκνωτή
- (αρχ.) είδος μέτρου χωρητικότητας 12 κοτυλών [κοτύλη = μικρό αγγείο που χρησιμοποιούνταν ως μέτρο για τα υγρά χωρητικότητας 6 κυάθων - κύαθος = κύπελλο για την άντληση κρασιού από τον κρατήρα ή τη γαβάθα].
Ετυμολογία
αβέβαιης ετυμολογίας, ίσως δάνεια λ. από τον χεττιτ. τ. labanni [= μπουκάλι], τη λ. δανείστηκε η λατιν. με τη μορφή lagena < αρχ. λάγυνος [η], ετυμ. που δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό της ως αντιδάνειο.
Παράγωγα
λαγηνάς, λαγηνάτος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λάγηνος», σ. 471. https://navalhistory.gr/lexiko/λαγηνοσ/