navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μείγμα και μίγμα

μείγμα

Και: μίγμα

το, ουσ.

  1. κάθε προϊόν που προκύπτει από διαδικασία ανάμειξης
  2. (χημ.) κάθε σώμα που προκύπτει από την ανάμειξη δύο ή περισσότερων συστατικών, τα οποία εξακολουθούν να διατηρούν τις αρχικές τους ιδιότητες, χωρίς να συντελείται χημική αντίδραση
  3. (φρ.) «μείγμα πλούσιο», καύσιμο αρίστης ποιότητας, «μείγμα πτωχό», «μείγμα ψυκτικό / λιπάνσεως / κάλυψης αρμών», «μηχανικό / ετερογενές / ισομοριακό / αντιρρυπαντικό / διαβρωτικό / συγκολλητικό μείγμα».

Ετυμολογία

< αρχ. μῖγμα, αλλά και μεῖγμα < μίγνυμι [= αναμειγνύω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μείγμα και μίγμα», σσ. 509-510. https://navalhistory.gr/lexiko/μειγμα-και-μιγμα/