μείγμα
Και: μίγμα
το, ουσ.
- κάθε προϊόν που προκύπτει από διαδικασία ανάμειξης
- (χημ.) κάθε σώμα που προκύπτει από την ανάμειξη δύο ή περισσότερων συστατικών, τα οποία εξακολουθούν να διατηρούν τις αρχικές τους ιδιότητες, χωρίς να συντελείται χημική αντίδραση
- (φρ.) «μείγμα πλούσιο», καύσιμο αρίστης ποιότητας, «μείγμα πτωχό», «μείγμα ψυκτικό / λιπάνσεως / κάλυψης αρμών», «μηχανικό / ετερογενές / ισομοριακό / αντιρρυπαντικό / διαβρωτικό / συγκολλητικό μείγμα».
Ετυμολογία
< αρχ. μῖγμα, αλλά και μεῖγμα < μίγνυμι [= αναμειγνύω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μείγμα και μίγμα», σσ. 509-510. https://navalhistory.gr/lexiko/μειγμα-και-μιγμα/