navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ι › ίππος

ίππος

ο, ουσ.

(ζωολ.) το άλογο, συνών. άτι, φαρί, (φρ.) «δούρειος ίππος», το ξύλινο άλογο του Οδυσσέα, (μτφ.) μέσο και προκάλυμμα για εξαπάτηση, 2. (φυσ.) μονάδα μέτρησης της ισχύος των μηχανών, ίση με την ισχύ που δαπανάται για την ανύψωση βάρους 75 κιλών κατά 1 μέτρο σε 1 δευτερόλεπτο.

Ετυμολογία

[για την 1η ερμ.] < αρχ. ἵππος, [για την 2η ερμ.] σημδ. γαλλ. cheval και αγγλ. horse (power).

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ίππος», σσ. 369-370. https://navalhistory.gr/lexiko/ιπποσ/