θυρεός
ο, ουσ.

- κρατικό έμβλημα
- κληρονομικό διακριτικό σύμβολο ή συνδυασμός σχημάτων ή αντικειμένων, δυναστείας ή παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας, συνήθως σε σχήμα ασπίδας
- (αρχ.) μεγάλη πέτρα πίσω από την πόρτα για να μένει κλειστεί
- (ιστορ.) είδος μακρουλής ρωμαϊκής ασπίδας.
Ετυμολογία
< μτγν. θυρεός < αρχ. θυρεός [= 1. πέτρα που τοποθετούσαν στην πόρτα για να την κρατά κλειστή, 2. μεγάλη μακρόστενη ασπίδα στο μέγεθος μιας συνηθισμένης πόρτας) < θύρα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θυρεός», σσ. 359-360. https://navalhistory.gr/lexiko/θυρεοσ/