navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Θ › θυρεός

θυρεός

ο, ουσ.

θυρεός, εικόνα από το έντυπο
  1. κρατικό έμβλημα
  2. κληρονομικό διακριτικό σύμβολο ή συνδυασμός σχημάτων ή αντικειμένων, δυναστείας ή παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας, συνήθως σε σχήμα ασπίδας
  3. (αρχ.) μεγάλη πέτρα πίσω από την πόρτα για να μένει κλειστεί
  4. (ιστορ.) είδος μακρουλής ρωμαϊκής ασπίδας.

Ετυμολογία

< μτγν. θυρεός < αρχ. θυρεός [= 1. πέτρα που τοποθετούσαν στην πόρτα για να την κρατά κλειστή, 2. μεγάλη μακρόστενη ασπίδα στο μέγεθος μιας συνηθισμένης πόρτας) < θύρα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θυρεός», σσ. 359-360. https://navalhistory.gr/lexiko/θυρεοσ/