navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εταιρεία

εταιρεία

η, ουσ.

  1. ομάδα ανθρώπων που επιδιώκει τη συνεργασία των μελών της για να υλοποιήσει κάποιους στόχους: α) υψηλές επιστημονικές επιδιώξεις, ή β) επιχειρηματικούς σκοπούς
  2. (ιστορ.) ονομασία βυζαντινών στρατιωτικών τμημάτων, με καθήκοντα φρούρησης του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος, που συνήθως τα στελέχωναν ξένοι μισθοφόροι
  3. (φρ.) «Φιλική Εταιρεία», «εμπορική / ασφαλιστική / μετοχική / κινηματογραφική / τηλεφωνική / αεροπορική / διαφημιστική / δισκογραφική / ξένη / εγχώρια / οικοδομική / εθνική / πολυεθνική / κρατική / επενδυτική / μητρική / θυγατρική / ιδιωτική / τεχνική / εργολαβική / πλοιοκτήτρια / ετερόρρυθμη / ανώνυμη / ομόρρυθμη / περιορισμένης ευθύνης / πολυεθνική εταιρεία», «Εταιρεία blue-chip / Διαμεσολάβησης / Εκκαθάρισης Συναλλαγών επί Παραγώγων / Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου / Συμμετοχών».

Ετυμολογία

< αρχ. θηλ. ἑταιρεία [= σύνδεσμος, αδελφότητα] < ἑταιρεῖος < ἑταῖρος < ἔτης [συνήθως στον πληθ., ἔται, οἱ, = μέλη της φατρίας, δηλ. συγγενείς μιας μεγάλης οικογενείας, ξαδέρφια].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εταιρεία», σ. 312. https://navalhistory.gr/lexiko/εταιρεια/