θύρα
η, ουσ.
- [λαϊκότροπο] η πόρτα, (φρ.) «κεκλεισμένων των θυρών», για συνεδρίαση, κυρίως δικαστηρίου, στην οποία δεν επιτρέπεται η παρουσία ακροατηρίου
- η πύλη εισόδου ή εξόδου σε αθλητικούς, κυρίως, χώρους
- (φρ.) «θύρα ανυψωτικής δεξαμενής / δεξαμενής / διαφράγματος [πόρτα του μπουλμέ] / διόδου υδάτων δεξαμενής / ελκυσμού / θαλάμου / καθαρισμού / καπνοθαλάμου / κλιβάνου / ανθρακαποθήκης / εισαγωγής / κιβωτίου / νηοδόχου / πλημμυρίδας / επιθεώρησης / εκροής υδάτων / επιβιβάσεως [μπαρκαρίζος]», «δίφυλλη / ολισθαίνουσα / περιστροφική / συρταρωτή / στεγανή / υδατοστεγής / πυροστεγής / γυγγλυμωτή / ολισθαίνουσα / τεθωρακισμένη θύρα».
Ετυμολογία
< αρχ. θύρα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θύρα», σ. 359. https://navalhistory.gr/lexiko/θυρα/