θερμογράφος
ο, ουσ.
- Τεχνολογία
- από το 1897
(τεχνολ.) συσκευή για τη συνεχή καταγραφή της θερμοκρασίας του αέρα, του νερού κ.λπ.
Ετυμολογία
< αγγλ. thermograph ή γαλλ. thermographe < θερμός + -γράφος < γράφω. Η λ. μαρτυρείται από το 1897.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θερμογράφος», σ. 354. https://navalhistory.gr/lexiko/θερμογραφοσ/