θερμοβαρόμετρο
το, ουσ.
(τεχνολ.) συσκευή μέτρησης της ατμοσφαιρικής πίεσης που λειτουργικά βασίζεται στο σημείο βρασμού κάποιου υγρού.
Ετυμολογία
< θερμο- + βάρο(ς) + μέτρο(ν).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θερμοβαρόμετρο», σ. 354. https://navalhistory.gr/lexiko/θερμοβαρομετρο/