navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Θ › θερμοδοχείο

θερμοδοχείο

το, και θερμοδόχη, η, ουσ.

θερμοδοχείο, εικόνα από το έντυπο
  1. αλλιώς: boiler ή ηλιακός συσσωρευτής, δοχείο συλλογής ζεστού νερού σ’ ένα σύστημα ηλιακής θέρμανσης
  2. βοηθητικό εξάρτημα ατμομηχανής στο οποίο χύνεται το νερό που προήλθε από συμπυκνωμένους ατμούς του ψυγείου
  3. (φρ.) «θερμοδοχείο λεβητοστασίου / κεντρικής θέρμανσης / νερού / κάθετο / οριζόντιο / χαλύβδινο».

Ετυμολογία

< θερμο- + δοχείο < δέχομαι.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θερμοδοχείο», σσ. 354-355. https://navalhistory.gr/lexiko/θερμοδοχειο/