θερμοδοχείο
το, και θερμοδόχη, η, ουσ.

- αλλιώς: boiler ή ηλιακός συσσωρευτής, δοχείο συλλογής ζεστού νερού σ’ ένα σύστημα ηλιακής θέρμανσης
- βοηθητικό εξάρτημα ατμομηχανής στο οποίο χύνεται το νερό που προήλθε από συμπυκνωμένους ατμούς του ψυγείου
- (φρ.) «θερμοδοχείο λεβητοστασίου / κεντρικής θέρμανσης / νερού / κάθετο / οριζόντιο / χαλύβδινο».
Ετυμολογία
< θερμο- + δοχείο < δέχομαι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θερμοδοχείο», σσ. 354-355. https://navalhistory.gr/lexiko/θερμοδοχειο/