θερμοστάτης
ο, ουσ.
(τεχνολ.) συσκευή με την οποία επιτυγχάνουμε τη θερμική σταθερότητα σ’ έναν κλειστό χώρο ή σε κάποια ηλεκτρική συσκευή, ο θερμορρυθμιστής.
Ετυμολογία
διεθνής όρ. αγγλ. thermostat < thermo- [= θερμο-] + -stat [= -στάτης < [αρχ.] ἵσταμαι].
Παράγωγα
θερμοστατικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θερμοστάτης», σ. 356. https://navalhistory.gr/lexiko/θερμοστατησ/