θαλασσόφυτα
τα, ουσ.
(φυτολ.) φυτά που ευδοκιμούν στη θάλασσα.
Ετυμολογία
< θάλασσ(α) - ο- + φυτά < φύω, -ομαι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θαλασσόφυτα», σ. 351. https://navalhistory.gr/lexiko/θαλασσοφυτα/