θαλασσοφοβία
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(ψυχολ.) ο παθολογικός φόβος που αισθάνεται κάποιος όταν αντικρίζει τη θάλασσα ή όταν πρόκειται να κολυμπήσει σ’ αυτή ή να ταξιδέψει με κάποιο πλωτό μέσο.
Ετυμολογία
< θάλασσ(α) -ο- + φοβία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θαλασσοφοβία», σ. 351. https://navalhistory.gr/lexiko/θαλασσοφοβια/