θαλασσοζημία
η, ουσ.
(οικον.) κάθε απρόοπτο έξοδο που έγινε για βλάβη του πλοίου ή για φθορά σε κάποια εμπορεύματά του ή και για τα δύο μαζί, από τη στιγμή της φόρτωσης και αναχώρησής τους, έως την επιστροφή και εκφόρτωσή τους, με κύριο αίτιο της φθοράς το στοιχείο της θαλασσοταραχής, συνών. ναυσιβλάβεια, αβαρία.
Ετυμολογία
< θάλασσ(α) -ο- + ζημία.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θαλασσοζημία», σ. 349. https://navalhistory.gr/lexiko/θαλασσοζημια/