navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Θ › θαλασσοδρομώ

θαλασσοδρομώ

ρ. [αμετβ.]

ταξιδεύω διά μέσου θαλάσσης, θαλασσοπορώ.

Ετυμολογία

< θάλασσ(α) -ο- + [αρχ.] δρομάω/ δρομῶ [= τρέχω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θαλασσοδρομώ», σ. 349. https://navalhistory.gr/lexiko/θαλασσοδρομω/