ισοζύγιο
το, ουσ.
(οικον.) [λογιστικός όρος και κατ’ επέκταση στατιστικός και οικονομικός] λογιστική καταγραφή σε επίσημα βιβλία όλων ανεξαιρέτως των λογαριασμών μιας επιχείρησης, εταιρείας, οργανισμού κ.λπ. που φανερώνει τη σχέση ανάμεσα σε δύο αντίθετα μεγέθη (π.χ. έσοδα - έξοδα) ή σε εισαγόμενα ή εξαγόμενα προϊόντα, (φρ.) «ενεργητικό / παθητικό / ελλειμματικό / εμπορικό [balance of trade] / πλήρες / προσωρινό / προσαρμοσμένο / οριστικό ισοζύγιο» «ισοζύγιο πληρωμών / ποσών / υπολοίπων».
Ετυμολογία
< ισο- + ζυγ(ός) -ιον < μτγν. ἰσοζυγής, μτφρδ. από τη γαλλ. équilibre = ισορροπία, bilan = ισολογισμός, balance = ισοζύγιο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ισοζύγιο», σ. 372. https://navalhistory.gr/lexiko/ισοζυγιο/