ήχος
ο, ουσ.
- οτιδήποτε γίνεται αντιληπτό από την αίσθηση της ακοής
- η ένταση του ήχου
- (μουσ.) ο καθένας από τους οκτώ τρόπους στη βυζαντινή μουσική
- (φρ.) ονομασία δημοτικού ανθόκηπου της Ρόδου, «Ήχος και Φως».
Ετυμολογία
< αρχ. ἦχος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ήχος», σ. 344. https://navalhistory.gr/lexiko/ηχοσ/