navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Η › ήχος

ήχος

ο, ουσ.

  1. οτιδήποτε γίνεται αντιληπτό από την αίσθηση της ακοής
  2. η ένταση του ήχου
  3. (μουσ.) ο καθένας από τους οκτώ τρόπους στη βυζαντινή μουσική
  4. (φρ.) ονομασία δημοτικού ανθόκηπου της Ρόδου, «Ήχος και Φως».

Ετυμολογία

< αρχ. ἦχος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ήχος», σ. 344. https://navalhistory.gr/lexiko/ηχοσ/