navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Η › ηλιογράφος

ηλιογράφος

ο, ουσ.

(τεχνολ.) αστρονομικό όργανο για τη μέτρηση της ηλιοφάνειας.

Ετυμολογία

< ήλι(ος) -ο- + -γράφος < γράφω.

Παράγωγα

ηλιογραφικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλιογράφος», σ. 337. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλιογραφοσ/