ηλιοθεραπεία
η, ουσ.
σκόπιμη έκθεση του σώματός μας στον ήλιο για θεραπευτικούς λόγους ή για περιορισμένη αλλαγή χρώματος της επιδερμίδας μας.
Ετυμολογία
< ξέν. όρ. από την αγγλ. heliotherapy ή τη γαλλ. γαλλ. héliothérapie < ηλι(ος) -ο- + θεραπεία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλιοθεραπεία», σ. 337. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλιοθεραπεια/