ηλιογραφία
η, ουσ.
- η περιγραφή του ήλιου ως ουράνιου σώματος
- η μέτρηση της ηλιοφάνειας με τη βοήθεια του ειδικού οργάνου [του ηλιογράφου]
- μέθοδος φωτογραφικής εκτύπωσης με την επίδραση των ηλιακών ακτίνων.
Ετυμολογία
< ξέν. όρ. από την αγγλ. heliography < ηλιο- + -γραφία < γράφω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλιογραφία», σ. 337. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλιογραφια/