ηλιοσυσσωρευτής
ο, ουσ.
(τεχνολ.) ο ηλιακός συσσωρευτής.
Ετυμολογία
< ήλιο- + συσσωρευτής [δες λ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλιοσυσσωρευτής», σ. 339. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλιοσυσσωρευτησ/