ζυμώνω
ρ. [μετβ.]
- προκαλώ ζύμωση
- (συνεκδ.) ετοιμάζω, με πρώτη ύλη το αλεύρι, τη ζύμη για την παρασκευή του ψωμιού.
Ετυμολογία
< μτγν. ζυμόω / ζυμῶ < ζέω [= βράζω, κοχλάζω].
Παράγωγα
ζύμωμα, ζύμωση, ζυμωτής, ζυμωτήριο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζυμώνω», σ. 330. https://navalhistory.gr/lexiko/ζυμωνω/