navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ζ › ζυμώνω

ζυμώνω

ρ. [μετβ.]

  1. προκαλώ ζύμωση
  2. (συνεκδ.) ετοιμάζω, με πρώτη ύλη το αλεύρι, τη ζύμη για την παρασκευή του ψωμιού.

Ετυμολογία

< μτγν. ζυμόω / ζυμῶ < ζέω [= βράζω, κοχλάζω].

Παράγωγα

ζύμωμα, ζύμωση, ζυμωτής, ζυμωτήριο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζυμώνω», σ. 330. https://navalhistory.gr/lexiko/ζυμωνω/