επικάλυμμα
το, ουσ.
- ότι καλύπτει εξωτερικά μία επιφάνεια
- (ιχθυολ.) δερματική πτυχή στα βράγχια των ψαριών.
Ετυμολογία
< επικαλύπτω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επικάλυμμα», σ. 290. https://navalhistory.gr/lexiko/επικαλυμμα/