navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επικάλυμμα

επικάλυμμα

το, ουσ.

  1. ότι καλύπτει εξωτερικά μία επιφάνεια
  2. (ιχθυολ.) δερματική πτυχή στα βράγχια των ψαριών.

Ετυμολογία

< επικαλύπτω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επικάλυμμα», σ. 290. https://navalhistory.gr/lexiko/επικαλυμμα/