ευστάθεια
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
α) κατάσταση σταθερότητας, το να μην υπάρχουν κλυδωνισμοί ή μεταβολές, συνών. στερεότητα, εδραιότητα, αντών. αστάθεια, ρευστότητα, β) η ικανότητα του σκάφους να επανέρχεται στην αρχική θέση ισορροπίας του, (φρ.) «αρνητική / αρχική / δυναμική / εγκάρσια / μετακεντρική / στατική ευστάθεια», «δοκιμή / έκταση / ζεύγος / καμπύλη / μοχλός / όριο / πείραμα / ροπή / υπολογισμός ευστάθειας», «ευστάθεια κλίσης».
Ετυμολογία
< αρχ. εὐστάθεια.
Αντώνυμα στο λεξικό
Σημείωμα
Η ευστάθεια εξαρτάται σε μέγιστο βαθμό από την ικανότητα και εμπειρία του πλοιάρχου. Στο λιμάνι καταρχάς, ο πλοίαρχος πρέπει να μεριμνά για την ασφαλή φόρτωση του πλοίου, τόσο ως προς τη θέση του φορτίου όσο και ως προς τη δυνατότητα μετατόπισης του κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Αν το πλοίο συναντήσει θαλασσοταραχή, ο πλοίαρχος πρέπει να είναι σε θέση να εκτιμήσει γρήγορα την επικινδυνότητα της κατάστασης και να επιλέξει πορεία και ταχύτητα ασφαλούς πλεύσης.
«Δυναμική Ευστάθεια Πλοίου», Κωνστ. Σπύρου, καθηγητής Ε.Μ.Π.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευστάθεια», σ. 319. https://navalhistory.gr/lexiko/ευσταθεια/