navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ευρώς

ευρώς

το, ουσ.

  1. σήψη, μούχλα, φθορά, αποσύνθεση, σάπισμα, υγρασία
  2. (μτφ.) σήψη, διαφθορά.

Ετυμολογία

< αρχ. εὐρώς, -ῶτος.

Παράγωγα

ευρωτίαση [= προσβολή από μούχλα], ευρωτιώ [= μουχλιάζω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευρώς», σ. 318. https://navalhistory.gr/lexiko/ευρωσ/