ευρώς
το, ουσ.
- σήψη, μούχλα, φθορά, αποσύνθεση, σάπισμα, υγρασία
- (μτφ.) σήψη, διαφθορά.
Ετυμολογία
< αρχ. εὐρώς, -ῶτος.
Παράγωγα
ευρωτίαση [= προσβολή από μούχλα], ευρωτιώ [= μουχλιάζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευρώς», σ. 318. https://navalhistory.gr/lexiko/ευρωσ/