αστάθεια
η, ουσ.
έλλειψη σταθερότητας, το ευμετάβλητο,
- η κατάσταση ενός σώματος που δεν έχει σταθερή ισορροπία, αντών. ευστάθεια
- κατάσταση που χαρακτηρίζεται από συνεχείς αλλαγές ή διακυμάνσεις
- (μτφ.) έλλειψη σταθερότητας στο χαρακτήρα κάποιου.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀστάθεια.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αστάθεια», σ. 124. https://navalhistory.gr/lexiko/ασταθεια/