navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έρευνα

έρευνα

η, ουσ.

  1. η προσεκτική εξέταση στοιχείων με σκοπό την ερμήνευση ή την ανακάλυψη νέων δεδομένων
  2. (γενικότ.) ο συστηματικός τρόπος επίλυσης των επιστημονικών προβλημάτων
  3. η καταγραφή στατιστικών δεδομένων που σχετίζονται με ένα σύνολο προσώπων
  4. α) η συστηματική αναζήτηση ενός προσώπου ή αντικειμένου από την αστυνομία ή την ιδιωτική εταιρεία security, β) η διερεύνηση μιας αστυνομικής φύσεως υπόθεσης με σκοπό την ανακάλυψη της αλήθειας.

Ετυμολογία

< αρχ. ἔρευνα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έρευνα», σ. 308. https://navalhistory.gr/lexiko/ερευνα/