έρευνα
η, ουσ.
- η προσεκτική εξέταση στοιχείων με σκοπό την ερμήνευση ή την ανακάλυψη νέων δεδομένων
- (γενικότ.) ο συστηματικός τρόπος επίλυσης των επιστημονικών προβλημάτων
- η καταγραφή στατιστικών δεδομένων που σχετίζονται με ένα σύνολο προσώπων
- α) η συστηματική αναζήτηση ενός προσώπου ή αντικειμένου από την αστυνομία ή την ιδιωτική εταιρεία security, β) η διερεύνηση μιας αστυνομικής φύσεως υπόθεσης με σκοπό την ανακάλυψη της αλήθειας.
Ετυμολογία
< αρχ. ἔρευνα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έρευνα», σ. 308. https://navalhistory.gr/lexiko/ερευνα/