navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έργο

έργο

το, ουσ.

  1. η σωματική και πνευματικής εργασία που καταβάλλει κάποιος για παραγωγή δημιουργικού αποτελέσματος, (έκφρ.) «επί το έργον», ως προτροπή για δράση
  2. το αποτέλεσμα ορισμένης δραστηριότητας
  3. (φυσ.) «μηχανικό έργο», το αποτέλεσμα που δημιουργείται, όταν μια δύναμη επενεργεί σε ορισμένο σώμα, (τύπος W = F · s)
  4. (φρ.) «το κατασκευαστικό / το κινηματογραφικό / το θεατρικό / το λογοτεχνικό / το καλλιτεχνικό / το μουσικό / το ανθρώπινο / το τεχνολογικό / το τεχνητό / το αρδευτικό / το αρχιτεκτονικό έργο», το δημιούργημα
  5. σύνολο από έργα που σχετίζονται μεταξύ τους: «H κυβέρνηση πρέπει να παρουσιάσει έργο στο τέλος της τετραετίας για να ελπίζει σε θετική ανταπόκριση από το λαό».

Ετυμολογία

< αρχ. ἔργον.

Παράγωγα

εργάτης, εργασία, εργάζομαι.

Σύνθετα

εργοδηγός, εργοδότης, εργολάβος, εργομηχανή, εργοστασιάρχης, εργοστάσιο, εργοβόρος, εργογένεια, εργοδοσία, εργολαβία, εργολήπτης, εργοληψία, εργοτάξιο, εργόχειρο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έργο», σ. 307. https://navalhistory.gr/lexiko/εργο/