ευθερμαγωγός
-ός, -ό, επίθ.
- Φυσική
- από το 1870
(φυσ.) αυτός που είναι καλός αγωγός της θερμότητας, αντών. δυσθερμαγωγός.
Ετυμολογία
< ευ- + θερμαγωγός. Η λ. μαρτυρείται από το 1870.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευθερμαγωγός», σ. 314. https://navalhistory.gr/lexiko/ευθερμαγωγοσ/