navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έργιο

έργιο

το, ουσ.

(φυσ.) μονάδα μέτρησης του μηχανικού έργου.

Ετυμολογία

< γαλλ. erg < αρχ. ἔργον + [κατάλ.] -ιο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έργιο», σ. 307. https://navalhistory.gr/lexiko/εργιο/