επωτίζω
ρ. [μετβ.]
σηκώνω την άγκυρα και την κρεμώ στην επωτίδα, καπον(ι)άρω.
Ετυμολογία
< επωτί(δα) + -ίζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επωτίζω», σ. 305. https://navalhistory.gr/lexiko/επωτιζω/